Architeaching entrance



Main Menu

Architeaching Facebook Page

button

Software for the project

Architeaching LMS

Now on Architeaching...

We have 90 guests online

Traffic analysis

Today70
Yesterday58
Week247
Month1182
All114541

Disclaimer&visual identity 2013

Πολύγλωσσο λεξικό της αρχιτεκτονικής απόψεως

There are 39 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
Term Definition
αθασόπετρα (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκ

πέτρα με λεπτούς κόκκους (stone with fine grain)

ανώι (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτονική

δεύτερος όροφος σπιτιού που χρησιμοποιείται ως χώρος ύπνου (second floor house used as a sleeping area)

αρχιτέκτονας

επιστήμονας ειδικευμένος στη σχεδίαση οικοδομημάτων με έμφαση στη λειτουργική και αισθητική πλευρά του οικοδομήματος (architect, scientist specializing in designing buildings with an emphasis on functional and aesthetic aspect of the building)

αρχιτεκτονικό σχέδιο

η αποτύπωση, αναπαράσταση συνήθως σε χαρτί κάποιου οικοδομήματος (architectural design)

αψίδα

κάθε τοξοειδής κατασκευή από πέτρες ή τούβλα (arch,each arched structure of stone or brick )

Glossary 2.7 uses technologies including PHP and SQL