Architeaching entrance



Main Menu

Architeaching Facebook Page

button

Software for the project

Architeaching LMS

Now on Architeaching...

We have 64 guests online

Traffic analysis

Today15
Yesterday52
Week566
Month1485
All116638

Disclaimer&visual identity 2013

Πολύγλωσσο λεξικό της αρχιτεκτονικής απόψεως

There are 39 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
All α β δ ε η κ λ μ ν ο π σ τ ψ
Page:  « Prev 1 2 3
Term Definition
σιδερόπετρα (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτε

σκληρή πέτρα (hard stone)

σουβάντζα (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτ

ράφι(shelf)

σπίτι

το κτίσμα που είναι κατάλληλα διαμορφωμένο ώστε να κατοικούν σ' αυτό άνθρωποι(house, the building in which someone lives)

στέγαστρο

shelter(κατασκευή που στεγάζει ένα χώρο παρέχοντας προστασία από τον ήλιο ή τη βροχή,building that houses a place providing protection from the sun or rai)

σώσπιτο (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτον

εσωτερικός χώρος σπιτιού που χρησιμοποιόταν σαν αποθήκη (interior of the house was used as a warehouse)

τούβλο

δομικό υλικό ποικίλου σχήματος και χρώματος που χρησιμοποιείται στο κτίσιμο εσωτερικών ή εξωτερικών τοίχων (building material of varying shape and color used in building interior or exterior walls,brick)

τσιμέντο

Οικοδομικό υλικό με τη μορφή λεπτότατης γκριζοπράσινης σκόνης που όταν αναμειχθεί με νερό σχηματίζει πολτό ο οποίος μετά στερεοποιείται και γίνεται σκληρός λίθος με μεγάλη αντοχή. (cement Building material in the form of micronised powder Grayish when mixed with water forms a slurry which then solidifies and becomes hard stone with high strength)

ψαθαρκές (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτο

ψαθαρκιές:επιφάνειες από καλάμια που τοποθετούνταν στο δώμα

ψαθαρκιές

επιφάνειες από καλάμια που τοποθετούνταν στο δώμα (surfaces of canes placed on the roof)

Page:  « Prev 1 2 3
Glossary 2.7 uses technologies including PHP and SQL