Architeaching entrance



Main Menu

Architeaching Facebook Page

button

Software for the project

Architeaching LMS

Now on Architeaching...

We have 114 guests online

Traffic analysis

Today41
Yesterday54
Week41
Month1101
All107931

Disclaimer&visual identity 2013

Πολύγλωσσο λεξικό της αρχιτεκτονικής απόψεως

There are 39 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)
Begins with Contains Exact term Sounds like Tick to search all glossaries
All α β δ ε η κ λ μ ν ο π σ τ ψ
Page:  « Prev 1 2 3 Next »
Term Definition
λίθος

πέτρα (stone)

μακρυνάρι (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτ

στενός και μακρύς χώρος σπιτιού (narrow and long space house)

μαντωσιές (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτ

ξύλινες συνδέσεις που προσδίδουν στο κτήριο ευστάθεια και αντισεισμικότητα (wood connections that give the building stability and antiseismicity)

νεύκα (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτονικ

ξύλινο δοκάρι (wooden plank)

οικία

το κτήριο στο οποίο κάποιος κατοικεί (home, the building in which someone lives)

οικοδόμημα

το κτήριο, το κτίσμα (edifice,building)

οικοδόμος

ο εργάτης που δουλεύει στην ανέγερση οικοδομής (builder, the worker who works in construction building)

οροφή

στέγη [roof]

πατάρι

χώρος,συνήθως πάνω από το ύψος της πόρτας σπιτιού ή άλλου οικοδομήματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως αποθήκη για τη φύλαξη αντικειμένων (loft,space, usually above the height of the gate house or other building used mainly as a warehouse for storing objects)

πεζούλι

μικρός χαμηλός τοίχος από πέτρα, ο ο οποίος κτίζεται ακριβώς δίπλα στον εξωτερικό τοίχο κτηρίου, ώστε να εφάπτεται σε αυτόν και χρησιμεύει για να κάθεται κανείς (bench,small low wall of stone, which is being built right next to the outside wall of the building to abut him and used to sit)

πεσσός

τετράγωνος κίονας πάνω στον οποίο στηρίζονται οι αψίδες του θόλου των χριστιανικών ναών (square column)

πιθάρι

πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με ευρύ στόμιο, παχιά τοιχώματα και συνηθισμένες μικρές λαβές, που χρησιμοποιείται για την εναποθήκευση ξηρών ή υγρών τροφών (jar clay vessel large wide mouth, thick walled conventional small handles, used for the storage of dry or liquid foods)

πλίνθος (κυπριακή παραδοσιακή αρχιτεκτον

υλικό που κατασκευάζεται από χώμα και άχυρο, χρησιμοποιείται για στερέωμα της μιας πέτρας με την άλλη στην κατασκευή τοίχων (material made of soil and straw is used for fixing of a stone with the other to wall construction)

Πολιτικός Μηχανικός

Ο επιστήμονας που ασχολείται με τον σχεδιασμό και την κατασκευή κτιρίων και δημοσίων έργων (Civil Engineer,A scientist who studies the design and construction of buildings and civil works)

πρόσοψη

η πρόσθια όψη οικοδομήματος (the front building)

Page:  « Prev 1 2 3 Next »
Glossary 2.7 uses technologies including PHP and SQL